ΚΗΡΥΓΜΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ (ΣΠΟΡΕΩΣ)


550

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ (ΣΠΟΡΕΩΣ)

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου

«ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού»

Ο λόγος του Θεού κοινωνείται, μεταλαμπαδεύεται, διδάσκεται ή παραβολικά σπέρνεται, από τους «γεωργούς» του Θεού με το Θείο Κήρυγμα, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς. Το κήρυγμα απευθύνεται στον πιστό λαό του Θεού, στα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού αναπτύσσοντας το θεματολόγιό του, από την Αγία Γραφή και στα Πατερικά κείμενα και παρουσιάζεται με σκοπό να κατηχήσει, να καθοδηγήσει και να διδάξει, τον ακροατή ή αναγνώστη.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος στο κήρυγμα ισχυρίζεται ότι  η διάθεση για ακρόαση του θείου λόγου είναι απόδειξη της υγείας της ψυχής και το παρομοιάζει με την όρεξη για τροφή του υγιούς σώματος. Ο πνευματικά υγιής πείνα και δίψα για λόγο Θεού. Έχει μια ακόρεστη δίψα. Αυτό σημαίνει ότι η αντίθετη κατάσταση είναι απόδειξη πνευματικής ασθένειας.

Πράγματι, το κήρυγμα για την Εκκλησία παραμένει ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα ποιμαντικής κατήχησης και καθοδήγησης του λαού του Θεού, λόγω του ότι συνδέεται με την ατμόσφαιρα του Ιερού Ναού και τη μυσταγωγικότητα των Ιερών ακολουθιών και δη του Ιερού Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, που επιφέρουν τη νήψη της ψυχής και της διάνοιας των  πνευματικά ολοκληρωμένων πιστών.

Η αντίθετη διάθεση είναι απόδειξη πνευματικής ένδειας και  ασθένειας και συνήθως ασκούν αυστηρή κριτική του κηρύγματος, ιδιαίτερα για το θεολογικό κήρυγμα, ότι δήθεν ο λαός δεν κατανοεί θεολογικά κηρύγματα, λόγω του ότι τα κηρύγματα αυτά απαιτούν θεολογική παιδεία, γνώση μιας εξειδικευμένης ορολογίας και δεν έχουν άμεση σχέση με την καθημερινή ζωή του απλού πιστού, καθώς επίσης ότι δεν υπάρχουν στο λαό προσλαμβάνουσες παραστάσεις, που να καθιστούν προσιτά τα νοήματα αυτών των κηρυγμάτων.

Βεβαίως, το κήρυγμα πρέπει να αναφέρεται και στα ποικίλα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνική ζωή των πιστών, σε όλους τους χώρους της ζωής και της δράσεώς τους, όπως η προσωπική, η οικογενειακή, η επαγγελματική, η κοινωνική κ.ά.  Όμως, ο κήρυκας του Θείου Λόγου επιβάλλεται να σταθμίσει τον λόγο του, ώστε να μη παρασύρεται σε ηθικισμούς και στείρους διδακτισμούς. Διότι, δεν πρέπει να του διαφεύγει, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου, είναι από την φύση του θεολογικός, γιατί είναι έκφραση της εμπειρίας που αποκτούν τα μέλη της Εκκλησίας στη σχέση και στην κοινωνία τους με τον Θεό.

Σκοπός του κηρύγματος δεν είναι να επιλύσει τα επίγεια προβλήματα του κόσμου, προσφέροντας συνταγολόγιο, αλλά να καθοδηγήσει το λαό της Εκκλησίας στην έξοδό του από τη φθορά και τη θνητότητα, που κραταιώνουν τα πάθη της καθημερινότητας. Έτσι, κινείται μέσα στην καθημερινότητα του κόσμου, αλλά δεν εγκλωβίζεται σ’ αυτήν, οδηγώντας το λαό στη Βασιλεία του Θεού.

Είναι γεγονός ότι υπάρχει στον κόσμο πολύς πόνος, σωματικός  και ψυχικός. Ο λαός του Θεού πονάει, εξόχως τούτη την δύσκολη χρονική περίοδο, που βιώνει πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Η Εκκλησία να εκφέρει λόγο ελπίδας και παρηγοριάς, ο οποίος να τον ενθαρρύνει και να του ανακαινίσει τις ψυχικές πνευματικές του δυνάμεις. Η απελπισία που υπάρχει στον κόσμο γίνεται καταστροφική, όταν δεν μπορεί να βρει κανείς νόημα στις θλίψεις και τις ταλαιπωρίες της ζωής.

Γι’ αυτό είναι σημαντική η διδασκαλία της Εκκλησίας για τη δημιουργία του ανθρώπου, τη ζωή του στον Παράδεισο, την πτώση του, την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», την ανακαίνισή του από τον Χριστό, την ύπαρξη της Εκκλησίας, ως Σώματος Χριστού, τον τρόπο της ζωής που εμπνέει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δίνει αισιοδοξία και προοπτική στη ζωή και ανακουφίζει τον πόνο. Η παρηγοριά της Εκκλησίας είναι η θεολογία της, είναι ο λόγος που μιλά για το ότι ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και «ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών, υπέρ ημών απέθανε», αφήνοντάς μας τον εαυτό του υπόδειγμα για να «επακολουθήσουμε τοις ίχνεσιν αυτού», ώστε να γίνουμε, «όμοιοι αυτώ», γιατί θα τον δούμε «καθώς εστί».

Ο δεινός ρήτορας της Εκκλησίας μας, ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι το κήρυγμα πρέπει να προσφέρει και να μεταποιεί με λεκτικά σχήματα στις καρδιές των ανθρώπων, απτή τη σχέση και τη συνάφειά  τους με το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό που συνιστά την Εκκλησία, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, είναι η σχέση και η συνάφεια με το πρόσωπο του Χριστού. Γι’ αυτό ονομάζεται «εκκλησία» και όχι συνάθροιση ομοπίστων, όσοι συμμετέχουν στη σύναξη που γίνεται, αποκλειστικά, για την «κλάση του άρτου», δηλαδή, την Θεία Ευχαριστία.

Η Θεία Ευχαριστία είναι το μοναδικό γεγονός της πραγματικής προσωπικής αλληλοπεριχώρησης του ανθρώπου και του Θεού. Είναι η αληθινή μέθεξη του Χριστού στην προσωπική εκστατική επαναφορά του πλάσματός του. Όμως, έχουμε ξεχάσει την ουσιαστική λειτουργία μας, ως Σώματος Χριστού, έχουμε αποσυνδεθεί από την ευχαριστιακή μας αναφορά και έχουμε επικεντρωθεί σε αλλότρια ενδιαφέροντα, με αποτέλεσμα  ο Λόγος της Εκκλησίας να  μεταποιείται σε «ξύλινο λόγο» της πολιτικής και της κοινωνιολογικής οριζόντιας και επίπεδης θεώρησης, ώστε «Τούτω τας εκκλησίας ανέτρεψεν, ότι και υμείς ου ζητείτε λόγον ακούσαι κατανυκτικόν, αλλά τέρψαι δυνάμενον και τω ψόφω και τη συνθέσει των ρημάτων», διακηρύσσει ο ιερός Χρυσόστομος.

Συνεπώς θα λέγαμε ότι ο λόγος του κηρύγματος, ως λόγος του Θεού σημαίνει,  ότι «εμεγάλυνας τον λόγον σου υπέρ παν το όνομα σου», ότι δηλαδή, ο Θεός έχει μεγαλύνει τον Λόγο Του ακόμα και πάνω από το ίδιο Του το όνομα. Γενικότερα, ο Λόγος του Θεού είναι για όλους μας αλήθεια, τροφή για την ζωή μας και πηγή ευφροσύνης.

Ο λόγος του Θεού οδηγεί και καθοδηγεί, προφυλάσσει και διαφυλάσσει, ενισχύει και ενδυναμώνει, παρηγορεί και διδάσκει. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται σε όλους, να είναι κήρυκες, σύμφωνα  με τους ιερούς κανόνες. Γι’ αυτό εκχωρείται άδεια του Επισκόπου σε εκείνους που έχουν το χάρισμα του λόγου και την σπουδή του Λόγου του Θεού.

Όντως είναι αναγκαίος ο λόγος και απαραίτητη η διδασκαλία του, από ικανούς και καταρτισμένους και ταυτόχρονα φωτισμένους κληρικούς, από τον Χριστό, όπως φώτισε δια της παραγγελίας του και τους μαθητές Του και Εκείνοι παρέδωσαν στους διαδόχους των, που μας άφησαν για παρακαταθήκη τα συγγράμματά τους, τόσο οι Απόστολοι, όσο και οι άγιοι Πατέρες. Έτσι, το κήρυγμα, ως έργο του Κυρίου αναδείχθηκε, ως η κυριότερη διακονία και πράξη των Μαθητών και Αποστόλων, καθώς επίσης και των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Το κήρυγμα το αποκαλεί ο Χριστός, έργο του Πατρός και το ονομάζει Θείο σπόρο, «έστι δε αύτη παραβολή· ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού», (Λουκ.8,11) συμπληρώνοντας ότι γι’ αυτόν τον σκοπό ήλθε, για να σπείρει τον λόγο. «Εξήλθεν σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ.8,5). Αλλά και ο Απ. Παύλος λέγει ότι τα έργο του κηρύγματος είναι ανώτερο από όλα τα άλλα έργα και διακηρύσσει ότι «μου επιβάλλεται ως ανάγκη» και «αλλοίμονο, αν δεν ευαγγελίζομαι». «ουαί δε μοι έστιν εάν μη ευαγγελίζωμαι»  (Α΄ Κορ. 9,16).

Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας έχουσα επίγνωση του κινδύνου διολίσθησης στην νοησιαρχία, δεν εκφέρεται φιλοσοφικά. Όμως κομίζει μια οντολογική οπτική, με συγκεκριμένη πρόταση νοήματος της ύπαρξης και των υπαρκτών. Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας παραπέμπει στην αιτιώδη αρχή του υπαρκτού, ως προσωπική εμπειρία, που παραπέμπει στην εμπειρία της παρουσίας του συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου του Ιησού του από Ναζαρέτ και πραγματώνει την ενανθρώπησή Του, χωρίς τροπή ή αλλοίωση του Είναι Του, που έχει ως αιτιώδη αρχή του  την αγάπη, η οποία δεν είναι ιδίωμα κάποιας συμπεριφοράς, αλλά οντολογικός τρόπος υπάρξεως. Ο τρόπος αυτός είναι ηθελημένος και όχι αναγκαστικός και εκφράζεται μέσα από τα «ομοούσια» πρόσωπα του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος, που ανάγουν την ύπαρξή τους, όχι ως ατομικότητα, αλλά ως σχέση αλληλοπεριχωριτική και  δηλώνουν το «αιτιατό αίτιο» του υπάρχειν της κοινωνίας μεταξύ των.

Η διδαχή του λόγου του Θεού αληθεύει μόνον όταν κοινωνείται, μέσω των σημαινόντων αυτών «ομοούσιων» προσώπων και η αλήθεια της γνώσης συνάγεται από την αλήθεια της οντολογικής ύπαρξης Αυτών, που καλείται ο κήρυκας του Ευαγγελίου, να σπείρει στην «καλή γη».

Συνεπώς  το κήρυγμα είναι αυτό που ετοιμάζει τον κόσμο να συναντηθεί και να συμβιώσει με τον Τρισυπόστατο Θεό με απλότητα καρδιάς. Το κήρυγμα και μάλιστα το  θεολογικό, κατηχητικό και δογματικό είναι αυτό που βοηθά τον άνθρωπο, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του στη Θ. Ευχαριστία, να επιθυμήσει και να βιώσει την αγιότητα και την καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να ζει με την αδιάλειπτη μνήμη του Τριαδικού Θεού και ας εννοήσουν κάποιοι, ότι το κήρυγμα είναι έργο της Εκκλησίας, και ας φροντίσουν, αντί «φαρισαϊκώς» να επικρίνουν το έργο των «γεωργών του Θεού», να γίνουν αυτοί «η καλή γη, οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή». ΑΜΗΝ!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s