ΚΗΡΥΓΜΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ματθ. Κεφ.  9, 1 – 8.

Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

«Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικὸν επί κλίνης βεβλημένον· και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ· θάρσει, τέκνον· αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». στ. 2

Η Ευαγγελική περικοπή της ΣΤ΄ Κυριακής του Ματθαίου αναφέρεται στο γεγονός της θεραπείας, από τον Ιησού Χριστό, ενός ασθενούς, που έπασχε από τη νόσο της παραλυσίας, καταδεικνύοντας και αποδεικνύοντας τη δύναμη του Ιησού πάνω στην αμαρτία, με αποτέλεσμα να θεραπευθεί ολοκληρωτικά ο ασθενής και να θαυμάσει το πλήθος των παρευρισκομένων, αυτή τη δύναμη του Θεανθρώπου, αλλά να αντιληφθούμε και να πιστέψουμε ότι η παρουσία του «Μονογενούς Υιού» και η αποστολή στον κόσμο έχει ένα και μοναδικό σκοπό:  τη λύτρωση και τη σωτηρία  του πεπτωκότος ανθρώπου, από τα δεινά της αμαρτίας. Το θαύμα, όπως και όλα τα θαύματα του Θεανθρώπου, που σχετίζονται με τη θεραπεία σωματικών ασθενειών, δεν συντελείται επιφανειακά, αλλά εμβαθύνουν σε ολόκληρη την ύπαρξη και υπόσταση του ασθενούς.  Η θεραπεία είναι καθολική και οριστική  και συνεπαίρνει τον  όλον ψυχοσωματικό άνθρωπο.

Συνεπώς με το θαύμα ο Χριστός αναμορφώνει το οντολογικό γεγονός της ανθρώπινης υπό­στασης, σε αντίθεση με τους κοινούς θεραπευτές, που προσπαθούσαν, να θεραπεύ­σουν τις ασθένειες των ανθρώπων με κάθε μέσο, είτε με θεραπευτικά βότανα, είτε με διάφορες πνευματικές ή πνευματιστικές ενέργειες.

Ο Χριστός δεν ενεργεί σαν κοινός ένας θεραπευτής, ίδιος με τους άλλους.  Η παρουσία Του πρέπει να κατανοηθεί στο οντολογικό και ουσιαστικό της μέγεθος, αφού δεν πρόκειται για μια απλή σωματική θερα­πεία, αλλά για θαύμα, που μεταποιείται σε σωτηριολογικό γεγονός, που ανακαινίζει και λυτρώνει τον πεπτωκότα άνθρωπο. Με αυτή την προϋπόθεση και στο συγκεκριμένο θαύμα ο Χριστός λέγει στον παραλυτικό «τέκνον· αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» και στη συνέχεια του λέγει «εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου.

Η διαφορά ανάμεσα στους κοινούς θεραπευτές και στον Κύριο έγκειται στο γεγονός, ότι ο Χριστός θεραπεύει θαυματουργικά το σώμα και την ψυχή,  ενώ οι θεραπευτές, πιθανόν, να έχουν μόνο τη σωματική θεραπεία, διότι, όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα, η επιστήμη της ιατρικής και κατά συνέπεια οι θεράποντες ιατροί, ή οι κάθε είδους θεραπευτές προσπαθούν να θεραπεύσουν το σώμα. Διότι αυτή είναι η αποστολή τους, αυτό σπούδασαν και αυτό χρειάζεται με ευσυνειδησία να κάνουν.

Ο Χριστός, όμως, δεν είναι θεραπευτής, είναι ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής, που ήλθε στον κόσμο, «ίνα σώσει τον κόσμο». Γι’ αυτό θεραπεύει τον άνθρωπο στην ολότη­τά του, γιατί έτσι τον δημιούργησε «συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι», δηλαδή ο άνθρωπος δημιουργήθηκε, ως ενότητα σώματος και ψυχής και γι’ αυτό ακριβώς το θαύμα δεν λειτουργεί ποτέ μονομερώς, αφού δεν πρόκειται για θεραπευτική τεχνική ή επιστημονική συνδρομή. Ο Χριστός, ως Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου, πραγματώνει το θαύμα, γιατί θέλει τη λύτρωση και την ανακαίνιση όλου του ανθρώπου. Αυτό ακριβώς, που δεν ήθελαν να αποδεχτούν οι εκλεκτοί της ιουδαϊκής κοινωνίας, οι αρχιερείς και οι προύχοντες του λαού.

Δυστυχώς και η σημερινή εποχή δεν ζει μέσα στο χώρο του θαύματος, γιατί κατ’ ουσίαν  υπάρχει υστέρηση πίστεως προς τον Θεό και αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν  πιστεύουν στο θαύμα. Η πίστη βιώνεται, ως μια γενική θρησκευτική εμπειρία και άποψη ή μάλλον περισσότερο ως συναισθηματική υπόθεση, παρά οντολογική λειτουργία της ζωής μας. Η πίστη δεν χαρακτηρίζει τις σχέσεις μας με τους άλλους, αλλά τις σχέσεις μας με τον εαυτό μας και αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό της ποιότητας της πίστεώς μας και της πνευματικότητός μας. Μιλώντας για θαύμα δεν εννοούμε, ότι γίνονται κάποιες θεραπείες αρρώστων γύρω μας, αλλά εννοούμε την αδήριτη ανάγκη  να αλλάξει ο τρόπος ζωής μας και η συμπεριφορά μας, προς τον Θεό και προς τους άλλους. Να αλλάξει, δηλαδή, ο άνθρωπος τα κριτήρια των συγκεκριμένων πνευματικών, κοινωνικών, ιστορικών και γιατί όχι και πολιτικών επιλογών. Να ζητήσουμε επιτέλους την αποθεραπεία μας και όχι μόνο τη σωματική, αλλά και την ψυχική, γιατί είμαστε ψυχοσωματικές υπάρξεις και πρέπει να φροντίζουμε το όλον και όχι μόνο το μέρος. Αν χωρίσουμε την ψυχή από το σώμα, τότε δεν έχουμε άνθρωπο, ως ζώσα ύπαρξη, αφού «χωριζομένη η ψυχή εκ του σώματος, θάνατος διαδέχεται».

Στο θέμα αυτό συμφωνεί η διδασκαλία της Εκκλησίας με την επιστήμη, καθώς ισχυρίζεται ο τομέας της επιστήμης, ότι η βιολογική φύση του ανθρώπου και η ανθρώπινη συνειδητή σκέψη είναι αδύνατον, να κατανοηθούν επιστημονικά αποσπασμένες από το ειδικό φυσικό περιβάλλον τους. Αυτό το περιβάλλον είναι η ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Η συνείδηση, αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή ανθρώπινου ψυχισμού, που συνίσταται στην ιδεατή ψυχική αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας, η προέλευση της οποίας δεν δύναται, να εντοπιστεί στις νευρικές συνάψεις του εγκεφάλου, αλλά στην ιστορική γενετήσια πράξη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Με διαφορετική διατύπωση η διδασκαλία της εκκλησίας διδάσκει ότι «ο Θεός, ως Δημιουργός, δημιούργησε τον υλικό και πνευματικό κόσμο και προέβαλλε, ως βασική αρχή τη σωματική και ψυχική ενότητα, έτσι και ο Ιησούς,  ως Κύριος και Σωτήρας, σώζει την όλη φύση και κτίση, και προσλαμβάνει τον όλο άνθρωπο με την ενανθρώπησή Του, σώζοντας έτσι, την ακατάλυτη αυτή ενότητα. Ο άνθρωπος δεν έχει απλώς σώμα και ψυχή, με την έννοια ιστορικής ένδυσης και φανέρωσης, αλλά ο άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή, με οντολογική έννοια, που εκτείνεται από την πρωτολογία, ως την εσχατολογία. Κάθε διαιρετική τάση φανερώνει προσπάθεια επιβολής στο ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας, μονοφυσιτικών και μανιχαϊστικών αιρετικών αντιλήψεων», γράφει ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιος Πατρώνος.

Ο δε Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος γράφει, μεταξύ άλλων ότι «ο  σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος και απογοητευμένος από τα διάφορα προβλήματα που τον βασανίζουν ζητά μια ανάπαυση, μια αναψυχή. Ουσιαστικά ζητά θεραπεία της ψυχής του, γιατί εκεί αισθάνεται κυριολεκτικά το πρόβλημα». Βιώνει, δηλαδή, ένα «ψυχοπλάκωμα». Εμβαθύνοντας δε τις σκέψεις του, ο Σεβασμιώτατος, προχωρά στη διαπίστωση ότι «ο Χριστιανισμός και κυρίως η Ορθοδοξία, που διαφύλαξε την ουσία του Χριστιανισμού, διαθέτει πολλή «ψυχοθεραπεία», ή μάλλον η Ορθοδοξία είναι κυρίως θεραπευτική επιστήμη. Όλα τα μέσα που χρησιμοποιεί και αυτός είναι ο σκοπός της, να θεραπεύσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στον Θεό. Γιατί για να φθάσουμε στην κοινωνία με τον Θεό και για να επιτύχουμε την μακαρία κατάσταση της θεώσεως, πρέπει προηγουμένως, να θεραπευθούμε. Γι’ αυτό, πέρα από κάθε άλλη ερμηνεία, η Ορθοδοξία είναι κυρίως θεραπευτική επιστήμη και αγωγή».

Ανάμεσα, λοιπόν, στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος κάθε εποχής σε σχέση με τον εαυτό του, τους συνανθρώπους του και τον κόσμο ολόκληρο, εξέχουσα θέση κατέχει το πρόβλημα της σωματικής ασθένειας, που αποτελεί μια όντως επώδυνη, και πολλές φορές εξουθενωτική πραγματικότητα, με πόνους, θλίψεις, αγωνία, άγχος, βάσανα. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή του ευδαιμονισμού, του κορεσμού των υλικών αγαθών και του οράματος μιας επίγειας «αθανασίας», η ασθένεια προσλαμβάνει μορφή τραγικότητας.

Η ασθένεια αποτελεί μια φοβερή δοκιμασία για τον άνθρωπο, όχι μόνο ως προς τον πόνο, που του προκαλεί και τον φόβο του θανάτου που του προξενεί, αλλά  επειδή δημιουργήθηκε από τον Θεό υγιής, για την αιωνιότητα, ενδόμυχα αντιδρά στην παρά φύση ύπαρξη της ασθένειας. Όσο υγιής μπορεί να είναι αυτή αντίδραση κινδυνεύει, εξαιτίας του πόνου, να μετατραπεί σε αγανάκτηση, γογγυσμό, σκανδαλισμό κ.ο.κ., αν δεν προσανατολισθεί ο κάθε ασθενής σωστά. Σωστός δε προσανατολισμός, σημαίνει πνευματική αντιμετώπιση της ασθένειας. Και όπως τότε ο παραλυτικός, βρήκε την ψυχοσωματική του θεραπεία στο πρόσωπο του Ιησού, έτσι και σήμερα ο κάθε ασθενής έχει τον Χριστό, ως τον μόνο ιατρό καί θεραπευτή της ψυχής και του σώματος, γιατί ο Χριστός είναι «εγγύς πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθείᾳ». Έτσι, οι θεραπείες που ο Κύριος προσέφερε στους ανθρώπους της εποχής του, αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα καί το αλάνθαστο κριτήριο στο πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται η ασθένεια. Προϋπόθεση όλων των θαυματουργικών ιάσεων του Κυρίου, που αναφέρονται στα ιερά Ευαγγέλια, είναι η πίστη του ασθενούς ή ακόμα και του περιβάλλοντός του. Οι Πατέρες ερμηνεύοντας τα συναφή θαύματα, στέκονται ιδιαίτερα στο θέμα της πίστης, θεωρώντας ότι δεν γίνονταν γιατί ο Κύριος είναι Φιλεύσπλαχνος  ή Φιλάνθρωπος, αλλά κυρίως γίνονταν  εξαιτίας της  πίστης των σωζομένων. Είναι χαρακτηριστικό το ερώτημα που θέτει σχεδόν πάντοτε ο Χριστός, όταν του ζητάει κάποιος να τον θεραπεύσει: «πιστεύεις ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;», για να ακουστεί η καταφατική απάντηση των αιτούντων ασθενών «ναι, Κύριε, βοήθα με» και να λάβουν αμέσως την ίαση, ως συνέπεια αυτής της προσωπικής τους πίστης, γι’ αυτό και τους έλεγε ότι  «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν» (Ματ. 9, 27-31).

Είναι γεγονός ότι όλοι οι θεραπευθέντες από τον Ιησού επέδειξαν πίστη.  Για τον παραλυτικό της Βηθεσδά ο Κύριλλος Ιεροσολύμων λέγει: «επίστευσε πανοικί, και Θεόν ωμολόγει». Για τη Χαναναία ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει, ότι η πίστη της «και μείζονα τούτων ανύσαι δύναται». Για τον τυφλό της Ιεριχούς ο Θεοφύλακτος Αχρίδος σημειώνει, ότι «θερμότης πίστεως ην το ένδοθεν κινούν αυτόν» κ.ο.κ.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι οι ασθενείς των Ευαγγελίων, που ιάθηκαν από τον Κύριο, ήσαν όλοι άνθρωποι πίστεως, η οποία υπήρξε, ως προϋπόθεση της υπομονής τους, γιατί διαφορετικά η υπομονή τους θα ήταν μια μοιρολατρική αποδοχή της κατάστασης του πόνου της ασθένειας στην οποία βρίσκονταν. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι η μοιρολατρική υπομονή που φέρνει την υπέρβαση του προβλήματος της ασθένειας, αλλά η εν πίστη αποδοχή του και η με υπομονή και ελπίδα αντιμετώπισή του. Μια τέτοια υπομονή θεωρείται, κατά τον Μέγα Αθανάσιο, ως μεγάλη άσκηση: «Και αύτη εστίν η μεγάλη άσκησις, το εν ταις νόσοις και πόνοις εγκαρτερείν και υπομένειν, και ευχαριστηρίους ύμνους αναπέμπειν τω Θεώ». Όντως ο σκοπός μιας τέτοιας άσκησης είναι να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα και οι πειραζόμενοι να αναδειχτούν νικητές, τέλειοι και ολοκληρωμένοι: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν, η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι» (Ιακ. 1, 2-4).

Στον αγώνα του κάθε ασθενούς στην υπέρβαση της κόπωσης και στη διατήρηση υπομονής,  σημαντικό ρόλο, εκτός του ασθενούς, διαδραματίζει το συγγενικό και το φιλικό περιβάλλον αυτού. Στην περίπτωση της διήγησης του Ευαγγελίου, ο παραλυτικός είχε μάλλον κουραστεί από την πολυετή ασθένειά του, αλλά τον διέσωσε η δύναμη της θέλησης των φίλων του, οι οποίοι δεν δίστασαν προκειμένου να φτάσουν κοντά στον Χριστό, να χαλάσουν τη στέγη της οικίας, που βρισκόταν ο Κύριος.

Ο παράλυτος, όντως φαίνεται, πως δεν ήταν μόνο άρρωστος σωματικά. Ήταν άρρωστος και πνευματικά, ψυχικά. Είναι ενδεικτικό, ότι δεν αντίκρισε τον Κύριο με ενθουσιασμό. Διακατέχεται, εξαιτίας της χρόνιας πάθησής του, από μια δυσπιστία. Γι’ αυτό ο Ιησούς, όπως μας αναφέρει η ευαγγελική περικοπή, δεν προσέβλεψε στη δική του πίστη, αλλά στην πίστη των τεσσάρων φίλων του που τον μετέφεραν. «Ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών» προχωρεί στη θεραπεία του, δια του θαύματος. Η πίστη των τεσσάρων φίλων έγινε αφορμή και αιτία να θεραπεύσει τον πέμπτο.

Συνήθως δεν σκεφτόμαστε αυτή την παράμετρο της πίστεως. Όταν μιλάμε για πίστη, σχεδόν τη συσχετίζουμε με την πίστη κάποιου συγκεκριμένου ανθρώπου. Αναζητάμε μια προσωπική και ατομική πίστη. Ποτέ δεν αναζητάμε την πίστη της κοινότητας, του περιβάλλοντος, όπου κάποιος ανήκει και ζει. Ποτέ δεν αναφερόμαστε στην πίστη των άλλων μελών της οικογένειας ή στην πίστη της κοινωνίας ή της Εκκλησίας, όπου υπάγεται. Ποτέ δεν μας προβληματίζει η εκκλησιολογική διάσταση της πίστεως. Και αυτή είναι μια βασική θεολογική παράμετρος.

Το δράμα δεν είναι ότι υπάρχουν άπιστοι μέσα στον κόσμο. Αυτό είναι φυσικό και αναμενόμενο. Τι να περιμένουμε από ένα αμαρτωλό και πεπτωκότα κόσμο; Ασφαλώς απιστία και άρνηση. Ο παραλυτικός πράγματι, κουβαλούσε επάνω του, μαζί με την πάθηση, την απιστία, εξαιτίας προφανώς της αμαρτωλότητός του. Το δραματικό στοιχείο βρίσκεται στο γεγονός, ότι συνήθως δεν υπάρχουν κάποιοι φίλοι ή κάποιοι συγγενείς ή μια κοινότητα πιστών μιας εκκλησία – ενορίας, που να πιστεύει και να προσεύχεται και να ενεργεί, για τους ασθενείς και ανήμπορους. Μια εκκλησιαστική κοινότητα, που να θέλει το καλό του αδελφού, να πιστεύει για τη σωτηρία του, να μεταφέρει τα ανθρώπινα σωματικά και πνευματικά ράκη κοντά στον Χριστό, για να γίνει το θαύμα, γιατί  η πίστη δεν είναι τόσο ένα προσωπικό ή ατομικό γεγονός, όσο μια κοινοτική και εκκλησιολογική εμπειρία. Μέσα στην Εκκλησία, την πίστη τη ζούμε, όχι γιατί εμείς είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, αλλά γιατί μετέχουμε στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή των Αγίων.  Ο Χριστός, αγίαζε «εαυτόν υπέρ αυτών», δηλαδή υπέρ των άλλων. Και oι Άγιοι αγωνίζονται υπέρ της σωτηρίας ημών των ταπεινών και αμαρτωλών. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν και εμείς με τη σειρά μας πιστεύαμε και αγιαζόμασταν, για κάποιο φίλο μας, για κάποιο συγγενή μας, για κάποιο γείτονα ή και εχθρό μας ακόμη;

Αλλά θα πρέπει να προβληματισθούμε και για ένα άλλο πολύ σημαντικό και ταυτόχρονα υπαρκτό θέμα εις ό,τι αφορά το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας και ημών των λειτουργών της. Συχνά λέγεται, ότι κάθε μορφή φθοράς στον παρόντα κόσμο, όπως οι αρρώστιες, ο θάνατος, οι πόλεμοι, οι καταστροφές, τα πάθη και η αμαρτία, είναι αποτελέσματα της αρχικής παρακοής και του προπατορικού αμαρτήματος. Αυτό είναι κατ’ αρχάς ορθό. Αλλά ποια είναι η αλήθεια για μας σήμερα; Έχουμε το δικαίωμα να ταυτίζουμε την ασθένεια με την αμαρτία και να θεωρούμε, ότι ένας ασθενής είναι ταυτόχρονα κακός και αμαρτωλός και ένας υγιής είναι καλός και άγιος;

Η κάθε ασθένεια δηλαδή έρχεται εξαιτίας κάποιας συγκεκριμένης αμαρτίας;  Η αρχική αμαρτία, αν και έφερε το κακό στον κόσμο, δηλαδή τη φθορά, την ασθένεια και το θάνατο στον άνθρωπο, δεν πρέπει να συσχετίζεται με τον κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο που υποφέρει, πάσχει, ασθενεί και τελικά πεθαίνει. Θα δικαιολογούμασταν, πιθανόν, αν κάναμε αυτούς τους συλλογισμούς πριν την έλευση του Χριστού, πριν από τα δικά Του πάθη και το θάνατό Του.  Μετά την ενανθρώπηση και την πρόσληψη της όλης ανθρώπινης πεπτωκυΐας φύσης από το Χριστό, μετά τα θεία του πάθη, το δικό του σταυρό και το θάνατο, αρχίζει μια άλλη λογική κατανόησης της ασθένειας και του πόνου. Ο κάθε άνθρωπος πλέον που πάσχει και υποφέρει είναι μια ιερή μορφή. Ο πόνος είναι μια πραγματικότητα τραγική μεν, αλλά που τελικά εξαγνίζει και εξαγιάζει τον άνθρωπο. Οι πάσχοντες, για την Εκκλησία πρέπει να θεωρούνται μιμητές του Χριστού στην πιο ανθρώπινη έννοια και γι’ αυτό πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε όλοι με ιερότητα και σεβασμό. Ο πόνος είναι το βαθύτερο αίσθημα της ζωής και λειτουργεί θεραπευτικά και ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή.

Για τον Ιησού Χριστό, ο κάθε άνθρωπος ασθενής ή πάσχων, έστω και αμαρτωλός ήταν μια προσωπικότητα, που ιδιαίτερα τον έλκυε και τον συγκινούσε και η επέμβαση προς αυτόν ήταν πάντοτε αγαπητική, δηλαδή λυτρωτική και σωτηριολογική. Όταν ο Κύριος θεράπευε κάποιον ποτέ δεν τον ρώτησε, ούτε καν αναρωτιόταν, εάν ο ασθενής ήταν ομόθρησκος ή αλλόθρησκος, καλός ή αμαρτωλός.

Είναι καιρός να πάψουμε να συμπεριφερόμαστε αδιάφορα και απάνθρωπα σε όποιον συνάνθρωπό μας, ομοεθνή ή αλλοεθνή, ομόθρησκο ή αλλόθρησκο, όπως οι φονταμενταλιστές, γιατί  ο άνθρωπος και στην πιο αμαρτωλή κατάστασή του συνεχίζει να είναι εικόνα του Θεού και να παραμένει «τέκνον του Θεού». Ο Ιησούς απευθυνόμενος στον παραλυτικό και αμαρτωλό της περικοπής τον αποκαλεί «τέκνον», πριν ακόμη τον θεραπεύσει και τον συγχωρήσει. Ο άσωτος υιός, της σχετικής παραβολής, είναι για το Θεό Πατέρα πιο συμπαθής, ακριβώς γιατί υπέφερε και βασανίστηκε πολύ εξαιτίας της αποστασίας του.

Η σωτηρία του καθενός μας, έχει άμεση σχέση με την ένταξή μας στην κοινότητα του λαού του Θεού, την Εκκλησία. Το θαύμα και η σωτηρία λειτουργούν εντός της κοινότητας των τέκνων του Θεού. Το θαύμα τελεσιουργείται μόνο γιατί υπάρχουν οι τέσσερεις, που μετέφεραν τον παραλυτικό. Το θαύμα εξακολουθεί να συντελείται, γιατί υπάρχει η Εκκλησία, που προσάγει τον κόσμο στην ευχαριστιακή Τράπεζα, στο «Δείπνο της Βασιλείας» του Θεού, που όντως τελεσιουργείται η ζωή. Οι τέσσερεις φίλοι με τη δική τους πίστη έσωσαν τον πέμπτο, τον παραλυτικό. Γιατί όχι κι εμείς να μην είμαστε μεταξύ των σεμνών και ταπεινών μυσταγωγών, που θα προσκομίσουμε, έστω και μία ανθρώπινη ύπαρξη κοντά στο Χριστό, ώστε να τελεσθεί το θαύμα και να έρθει η ίαση και η σωτηρία, όχι μόνο η δική τους, αλλά ταυτόχρονα και η δική μας προσωπική σωτηρία, ώστε να λάβουμε την εντολή «ύπαγε εις τον οίκον σου»!!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s