ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Ο ρόλος του Αυτοκράτορα στα Εκκλησιαστικά δρώμενα


Ο ρόλος του Αυτοκράτορα στα Εκκλησιαστικά δρώμενα

Της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ

Είναι γνωστό ότι ο Χριστιανισμός από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση θεωρήθηκε ως ένας βασικός παράγοντας της Ρωμαϊκής κοινωνίας˙ η αποδοχή του με αυτοκρατορική απόφαση μετά τους διωγμούς σημαίνει στροφή στην πολιτική της Ρώμης, που μεθοδεύτηκε με επιμονή από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Έτσι χαρακτηριστικά θα θυμίσω ότι στη σύνοδο της Νικαίας (325), που κατά κάποιον τρόπο εγκαινιάζει τα προβλήματα της επίσημης Εκκλησίας, παραβρέθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας φέροντας μάλιστα τον τίτλο «Επίσκοπος των Έξω».

Ο ρόλος δηλαδή του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη σύνοδο ήταν να αντιπροσωπεύσει τη θέση και τα συμφέροντα αυτών που έμεναν έξω από τη Χριστιανική πίστη και Εκκλησία, των πολυάριθμων δηλαδή τότε ακόμη ειδωλολατρών. Θύμισα το γεγονός για να υπογραμμίσω αμέσως τα ακόλουθα:

1) ότι το 325, στα χρόνια της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου οι Χριστιανοί δεν φαινόταν να ήταν η πλειοψηφία του βυζαντινού πληθυσμού˙ ήταν όμως επαναστατική μειονότητα,

2) ότι ο αυτοκράτορας στο βυζάντιο δεν εμφανίζεται με χαρακτηριστικά ιεροσύνης, παρ’ όλο το ενδιαφέρον και τη μέριμνα για τα εκκλησιαστικά [κυρίως για την επισκοπική τάξη]. Η ρήση του Αμβροσίου στον Μέγα Θεοδόσιο: «Έξελθε (του ιερού) βασιλεύ, η πορφυρά ποιεί βασιλείς και ου ιερείς», μένει βασική αλήθεια στο βυζάντιο που αγνοεί το πρόβλημα imperioum ή sacerdotium και

3) ότι η σύγκλιση της Συνόδου από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, που σίγουρα ακόμη δεν είχε βαπτισθεί Χριστιανός, δείχνουν τον πανρωμαϊκό, επίσημο χαρακτήρα των προβλημάτων της Εκκλησίας˙ και αυτό πριν ακόμα να κτισθεί η Κωνσταντινούπολη και να ιδρυθεί το πατριαρχείο της.

Γιατί όμως η θέση, τα προβλήματα και η κατάσταση μιας μειονοτικής όπως είπαμε Εκκλησίας σαν τη Χριστιανική να αποτελέσει μέλημα του επισήμου κράτους; Να θυμίσω για απάντημα στο ερώτημα ότι, αν και τα θρησκευτικά προβλήματα και οι θεολογικές διαμάχες αφορούν μόνο στους Χριστιανούς και στην Εκκλησία τους, η ειρηνική όμως συμβίωση των πληθυσμών της αυτοκρατορίας, η «pax romana», είναι καθήκον μόνο αυτοκρατορικό. Κάθε τι που μπορεί λοιπόν να διαταράξει την τάξη πρέπει να παρακολουθείται άγρυπνα από τους επιφορτισμένους με την ασφάλεια και την πολιτική ειρήνη κρατικούς λειτουργούς, τους αντιπροσώπους του αυτοκράτορα. Είναι γνωστό ότι οι ενδοχριστιανικές διαμάχες δίχαζαν τους πληθυσμούς και απειλούσαν έτσι την καθεστηκυία τάξη και ειρήνη. Δεν ήταν λοιπόν δυνατό να διαφύγουν από την προσοχή, τον έλεγχο του κράτους και του αυτοκράτορα, του μόνου εγγυητή της ευνομίας και ομόνοιας των πολιτών.

Τονίζω ιδιαίτερα τον ρόλο αυτό του αυτοκράτορα [ο τίτλος του, μεταξύ άλλων ηχηρών, είναι Pacificus, ειρηνοποιός] , γιατί θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη σημασία των αυτοκρατορικών επεμβάσεων στα εκκλησιαστικά [και όχι στα θεολογικά και θρησκευτικά ζητήματα], μέσα σ’ έναν κόσμο πολυεθνικό και ποικιλώνυμο, όπως ήταν ο πληθυσμός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και ιδιαίτερα σε μια εποχή, όπου μόνο με πρόσχημα τις θρησκευτικές διαφορές μπορούσε ο οποιοσδήποτε θα έλεγα πολίτης και η όποια ομάδα να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια τους, να αποστασιοποιηθούν από την επίσημη πολιτική [ακόμα και αν είχε χαρακτήρα φορολογικό, κοινωνικό ή οικονομικό], και αυτό χωρίς να υποβληθούν στις κυρώσεις του ανηλεούς νόμου των κατά του αυτοκράτορα και της πολιτικής του στασιαζόντων. «Ο λοιδωρών τους καιρούς, λέει ένας νόμος, φαίνεται λειδωρείν τον βασιλέα»˙ βαριά τα επακόλουθα αυτής της παράβασης. Αυτός όμως που βαρυγκωμούσε με πρόσχημα τη πίστη, δηλαδή ο ενδιαφερόμενος για την πνευματική υπόσταση [για την ψυχή του], δρούσε στα θεσμικά πλαίσια μιας προσωπικής-ατομικής σωτηριολογικής πράξης και ηθικής, άσχετα αν με τα δρώμενα του μπορούσε έμμεσα να διαταράξει την κατεστημένη τάξη. Να πω ότι ο άμβωνας της κάθε Εκκλησίας ήταν τότε το βήμα, όχι μόνο του πνευματικού λόγου, αλλά και της μετάδοσης και της διάδοσης απόψεων και θέσεων που, με θρησκευτικό πάντα περικάλυμμα, κυκλοφορούσαν αυτοί που ήταν αντίθετοι στην επίσημη πολιτική , ακόμα και σε θέματα  και προβλήματα που δεν αφορούσαν στην πίστη. Λογικά το κράτος, το οποίο προσπαθούσε να συσπειρώσει γύρω από τις αποφάσεις της Κωνσταντινούπολης πληθυσμούς με διαφορετικές, συχνά αντικρουόμενες, παραδόσεις και αντικρουόμενα συμφέροντα, δεν μπορούσε να αδιαφορήσει για τα πράγματα της Εκκλησίας και των κύκλων της.

Με αυτή την οπτική πρέπει κυρίως να δούμε το ρόλο του αυτοκράτορα και των αντιπροσώπων του μέσα στις Οικουμενικές Συνόδους. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε  οπωσδήποτε να αποφύγουμε τις συχνά ανιστόρητες και κάποτε κακόβουλες θεωρίες για καισαροπαπισμό των Ορθοδόξων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Μόνο αυτό, τη μερίμνα δηλαδή για πολιτική ειρήνη του κράτους, πρέπει να έχουμε υπόψη μας, αν θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί η Εκκλησία του Βυζαντίου, το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης δηλαδή, πάταξε τους αιρετικούς ή τους αποσχισμένους από τη δικαιοδοσία του ενδοβυζαντινούς βέβαια εχθρούς του, πάντα με τη βοήθεια του αυτοκρατορικού στρατού.

Μολονότι λοιπόν ο χώρος και ο τόπος δράσης , τόσο του αυτοκράτορα όσο και του πατριάρχη στη μεταξύ τους σχέση, ήταν καθορισμένοι [ στον αυτοκράτορα η σωτηρία των σωμάτων, στον πατριάρχη η μέριμνα των ψυχών, όπως συνόψισε λακωνικά ο αυτοκράτορας Τσιμισκής, επαναλαμβάνοντας την ακρίβεια του νόμου και του κανονικού λόγου] παρ’ όλο λοιπόν τον κανόνα και την παράδοση, βρέθηκαν αυτοκράτορες που θέλησαν να καταπατήσουν τα πατριαρχικά δικαιώματα επεμβαίνοντας ακόμη και στα θεολογικά προβλήματα με απώτερο πάντα σκοπό να εξασφαλίσουν την τάξη και την ειρήνη. Παράδειγμα ο Ιουστινιανός ή ακόμη και ο Αναστάσιος κατά τη Χριστολογική έριδα και πολύ αργότερα, ο Μιχαήλ ο Παλαιολόγος με την ένωση των Εκκλησιών, για να μην αναφερθώ στην εικονομαχία, που οφείλεται σε αυτοκρατορική απόφαση του Λέοντα Γ ή στον Ιουλιανό τον λεγόμενο Παραβάτη.

Ο 2ος τίτλος της Επαναγωγής μετά τον σχετικό Νόμο, καθορίζει τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του αυτοκράτορα, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν και την αγόγγυστη υποταγή στις αποφάσεις των έξι  πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, ενώ αμέσως μετά έρχεται ο τίτλος που αφορά στον Πατριάρχη: Ο πατριάρχης είναι  επί γης αντιπρόσωπος του Χριστού ως ποιμένας των Χριστιανικών ψυχών, όπως ακριβώς και ο αυτοκράτορας , με τη διαφορά ότι ο αυτοκράτορας μεριμνά, όχι για τα πνευματικά αγαθά, αλλά για των υπαρχόντων την ασφάλεια και δια των απολλυμένων την ανάκτηση. Η αρμονική συμβίωση των δύο αλληλοσυμπληρουμένων αυτών εξουσιών είναι η υπέρτατη εγγύηση της Ρωμαϊκής , της βυζαντινής δηλαδή ευμάρειας και ευδαιμονίας, και της ειρηνικής λειτουργίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ούτε Καισαροπαπισμός, ούτε παποκαισαρισμός στο βυζάντιο˙ αυτός είναι ο ειδοποιός  χαρακτήρας της Ρωμαϊκής βυζαντινής εξουσίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αυτό εξηγεί τη συγκρότηση δύο παραλλήλων ιεραρχιών – του κράτους και της Εκκλησίας- που διέπει και στηρίζει τη βυζαντινή κοινωνία.

Ως αντιπρόσωπος του Θεού ο βυζαντινός αυτοκράτωρ είναι ο αμύντωρ της όλης Χριστιανοσύνης, εκλεκτός του Θεού, θεοστεφής, θεοφιλής, θεοστήρικτος και θεοπρόβλητος˙ κάθε λοιπόν κίνηση εναντίον του θεωρείτε έγκλημα καθοσιώσεως. Η τυχόν ανατροπή του από σφετεριστή, πράγμα σύνηθες στο βυζάντιο, δηλώνει την αδυναμία να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, την αναξιότητα του συγκεκριμένου αυτοκράτορα, που συνεπάγεται λογικά και την εγκατάλειψη του από τον Θεό, με συνακόλουθο την ανατροπή του  και την επιτυχία των εχθρών του. Μπορεί έτσι το πρόσωπο του αυτοκράτορα να απαξιωθεί , αλλά όχι βέβαια ο αυτοκρατορικός θεσμός, ούτε το θεοστήρικτο κράτος της αυτοκρατορίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο: ΓΙΑΤΙ ΒΥΖΑΝΤΙΟ  Eκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ -18Η ΕΚΔΟΣΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s